Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

Χριστούγεννα στη Μεσουδιέ Σεβαστείας Πόντου

Μακεδονικόν Ημερολόγιον, 1975: Λαογραφικά του Πόντου, Αριστείδης Θ. Σιδέρης

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ανακαλώ εις την μνήμην μου, πως, ως παιδιά, εορτάζαμε και ψάλλαμε το βράδυ εκείνο της παραμονής των Χριστουγέννων, μετά το σουρούπωμα εις την αξέχαστη Γενέτειρά μου Μεσουδιέ, Σεβαστείας του Πόντου, καθώς και εν περιστατικόν – ανέκδοτον, σχετικόν με την. άγια εκείνη Νύχτα…

Η γραφική εκείνη πολίχνη Μεσουδιέ κατωκείτο τότε από ομογενείς Αρμένιους και Τούρκους, πλην όμως τα παιδιά των ομογενών ήσαν εκείνα που σκορπίζανε ζωή και χαρά στον τόπο με τα διάφορα άσματά των, εν αντιθέσει με τα αλλοεθνή που δεν εόρταζαν σαν τα ελληνόπουλα.

Τότε, όταν έπεφτε το σκοτάδι, βγαίναμε ομάδες – ομάδες τα παιδιά γεμάτα γέλια και χαρά, ενθουσιασμένα και ζωηρά γιατί ήταν η εορτή μας, η εορτή των παιδιών που μας εδίδετο η ευχαιρία να εκδηλώσουμε τον έσω παιδιόν μας κόσμον, και τρέχαμε στα σπίτια να ψάλουμε, κρατώντες εις το ένα χέρι μας ένα όμορφο πολύχρωμο χάρτινο σαν φυσαρμόνικα φαναράκι, μέσα εις το οποίον στήναμε ένα αναμμένο αλειμματοκέρι, που το αμυδρό γλυκύ του φως αντανακλούσε πάνω στα πάλλευκα χιόνια και σκορπούσε μια παραμυθένια φαντασμαγορία, ένα γραφικότατο θέαμα, μια Χριστουγεννιάτικη γοητεία, θα έλεγα, στο σκοτάδι.

Στο άλλο χέρι μας κρατούσαμε -όπως ήτο συνήθεια- ένα μεγάλο πορτοκάλι Γιάφφας, εις το οποίον εμπήγαμε τα χρήματα -γρόσια και παράδες- που μας προσφέρανε͵ απ’ το κάθε σπίτι. Το πορτοκάλι το έκλαμβάναμε ως είδος πρόχειρου κουμπαρά. Μας προσφέρανε, επίσης και «τσερεζικά»: σταφίδες, χουρμάδες, καρύδια, λεπτοκάρυα, ξυλοκέρατα ως και μήλα και πορτοκάλια. Η νύχτα εκείνη το ομολογουμένως, η πιο χαρούμενη, η πιο όμορφη των παιδιών, η ευθυμία και η ευτυχία των, που αμέριμνα και γεμάτα ζωή ,χαρά και γέλια σκορπίζανε στους μαχαλάδες, τις αρμονικές Χριστουγεννιάτικες μελωδίες που αντιλαλούσαν πέρα – πέρα στην σιγαλιά της νύχτας. Πόσο όμορφα ήταν!

Και έρχεται στην μνήμη. μου το περιστατικόν -ανέκδοτον που ανέφερα… Δέον να λεχθή ότι ενθυμείται κανείς καλύτερα τα διάφορα συμβάντα της παιδικής του ζωής που είναι βαθειά ριζωμένα στην μνήμη μας παρά τα κατοπινά.

᾽Επλησίαζον οι άγιες ημέρες των Χριστουγέννων. “Ητο αργά, μια ήσυχη βραδυά που ο κόσμος, μετά τα διάφορα ψώνια που κάναμε διά τα Χριστούγεννα, μαζεύθηκε στα σπίτια του.

Ξαφνικά, την ησυχία της νύχτας την διέκοψε μια απροσδόκητη μελωδία προερχομένη από την ανοικτή μπαλκονόπορτα του καζίνου – καφενείου «Η ‘Ανατολή», του Ιωάννου Αμοιρίδου, του γνωστού διά τας πατριωτικάς του εκδηλώσεις «Δελή- Γιάννη». Ήτο κάτι το εκπληκτικό και πρωτάκουστο διά το κοινόν.

«Ναί, παί, ντο εν ατό!…» και ένας με τον άλλον ειδοποιήθηκαν διά την μελωδία και εξήλθον απ τα σπίτια των, άλλοι από τα παράθυρα διά να ακούσουν και να θαυμάσουν το εκκλησιαστικό εκείνο άσμα που εκπέμπετο από το χωνί του φωνόγραφου στους πέρα μαχαλάδες. Η μελωδία ήτο από τα λεγόμενα καθίσματα των Χριστουγέννων: «Δεύτε ίδωμεν πιστοί»… και τα οποία εψάλλοντο από τον καλλικέλαδον “”Αρχοντα Πρωτοψάλτην των Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως, Ιάκωβον Ναυπλιώτην…

Ο Δελή Γιάννης, ο αείμνηστος εκείνος αρχοντάνθρωπος, με το αγέρωχο ύφος ακραιφνούς πατριώτου -θείος μου εκ μητρός- που είχε την μεγάλην ιδέαν του ΄Έθνους υπεράνω όλων, με το χαρακτηρίζον αυτόν θάρρος, διά να κατάπληξη τους ομογενείς δίδοντάς τους μια χαρούμενη Χριστουγεννιάτικη βραδυά, αψηφώντας τι εντύπωση θα προκαλούσε η πράξις του αυτή εις τους αλλοεθνείς συμπολίτας, έστησε το φωνογραφόν του -έτσι το αποκαλούσαν τότε- με το χωνί στραμμένο προς, τους μαχαλάδες και εξέπεμπον τα ηδύμολπα εκείνα Χριστουγεννιάτικα άσματα διά να εμπνεύση και να ευχαριστήση, κατά τον ίδιον του πρωτότυπον τρόπον τον χριστεπώνυμον κοινόν.

Το επόμενο βράδυ επεσκέφθησαν τον Δελή – Γιάννη, εις το καζίνο του οι φίλοι και πελάται του, ο ‘Εμίν εφέντής, Γεν. Γραμματεύς της υποδιοικήσεως Μεσουδιέ και ο χιλίαρχος Χαμδη -Βέης διοικητής της στρατιωτικής μονάδος εκεί, και εξέφρασαν την έκπληξίν των και τον θαυμασμόν διά το υπέροχο άσμα που άκουσαν την περασμένη νύκτα και κατενθουσιασμένοι από αυτό, εζήτησαν να το ακούσουν πάλι.

Αυτά συνέβαινον εν μέσω αλλοθρήσκου περιβάλλοντος τότε, και η ανάμνησίς των παρέμεινε θαθειά στην μνήμη μου…

Κιλκίς, 1975
ΑΡΙΣΤ(ΕΙΔΗΣ) Θ. ΣΙΔΕΡΗΣ


Ο Αριστείδης Σιδέρης γεννήθηκε στη Μεσουδιέ. Ήταν λαογράφος και συγγραφέας και έζησε στο Κιλκίς. Έγραψε τα βιβλία:

  1. Αναλαμπές στα παρελθόντα μιας χαμένης πατρίδος: (Μεταλλείου – Μεσουδιέ Πόντου)
  2. Άσβηστες μνήμες

Μετέφρασε το Σελίδες εκ της επαναστάσεως του Μαξίμ Γκόρκυ (1930)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here