Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021

Το Δωδεκαήμερο των Ποντίων στη Μεσοχαλδία

ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ (1938): Λαϊκόν Ποντιακόν Εορτολόγιον, Παντελής Μελανοφρύδης

Ο Παντελής Μελανοφρύδης γράφει στο ποντιακό περιοδικό “ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ” (Μάρτιος 1938) το Λαϊκόν Ποντιακόν Εορτολόγιον.

Από αυτήν του τη μελέτη αντιγράφουμε όσα αφορούν το Δωδεκαήμερο, δηλ. τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνια (Φώτα).

Εισαγωγή

Ο Ποντιακός λαός φύσει φιλόθρησκος και φανατικός θεματοφύλαξ των αρχαιοπρεπών ηθών και εθίμων, λόγω του περιορισμού αυτού εις τον απόμερον Πόντόν εν μέσω λαών έτεροδόξων, διετήρησε μετά μεγάλης ευλαβείας όχι μόνον την θρησχκείαν των πατέρων του αλλά και πολλάς ειδωλολατρικάς συνηθείας, κληρονομίας των προγόνων του, καθώς και δεισιδαιμονίας και προλήψεις, αποτόκους της αμαθείας των χρόνων εκείνων.

Πολλαί των συνηθειών τούτων ‘συν τω χρόνω ελησμονήθησαν η αντικατεστάθησαν δι᾽ άλλων, άλλαι παρέμειναν μέχρις ημών, μέχρι δηλ. της εκριζώσεως του ‘Ελληνισμού του Πόντου, συν τω χρόνω δε και αυταί λησμονούνται η υπό την επίδρασιν του περιβάλλοντος αλλοιούνται.

Εις την παρούσαν μελέτην προσεπαθήσαμεν να συγκεντρώσωμεν όσας ηδυνήθημεν πληροφορίας περί της λαϊκής λατρείας εν Πόντω συμφώνως προς το υπό του καθηγητού κ. Στ. Κυριακίδου δημοσιευθέν ερωτηματολόγιον, περιλαβόντες κυρίως τας συνηθείας της ιδιαιτέρας ημών πατρίδος του Τορουλίου (Μεσοχαλδίου).

Δωδεκαήμερο

‘Από της ημέρας των Χριστουγέννων μέχρι των Φώτων αι ημέραι εν τω συνόλω ελέγοντο Καλαντόφωτα η δωδεκαήμερα, ιδιαιτέρως δε εν Κρώμνη ελέγοντο Πιζήαλα (τα) και εν Σουρμένοις ‘Άρτζιβούρτσι (τα).

Κατά τας ημέρας αυτάς δεν ετελείτο γάμος. Νυκτεριναί εργασίαι δεν εγίνοντο.

Τα όνειρα του Δωδεκαημέρου δεν επιάνοντο. Την δε νύκτο περιωρίζοντο αι έξοδοι διά να μη πειραχθώσιν οι νυκτοπορούντες από τας μάισσας (μάγισσες, νεράιδες, εξωτικά).

Διά τα Δωδεκαήμερα υπήρχε το προγνωστικόν ότι η πρώτη ημέρα δεικνύει ποίον καιρόν θα κάμη τον Μάρτιον, η δευτέρα τον ‘Απρίλιον και ούτω καθεξής.

Παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων

Την παραμονήν των Χριστουγέννων προσέφερον εις την Εκκλησίαν κολόθια (τα), ήτοι μικρούς άρτους υπέρ των ψυχών των κεκοιμημένων, διαμοιραζόμενα εις το εκκλησίασμα. Ενιαχού προσέφερον τσουρέκια. (Τελευταίως το έθιμόν εξέλιπεν).

Το έθιμον του Χριστοψώμου δεν υφίστατο.

Περί το εσπέρας τα παιδία καθ’ ομάδας περιερχόμενα τας οικίας έψαλλον τα Χριστούγεννα, στεκόμενα είτε εις την εξώθυραν η συνηθέστερον προ του εικονοστασίου (είκονοστάτες).

Εις τους μικρούς εδίδοντο τραγήματα: χουρμάδες, πορτοκάλλια, καρύδια, λεπτοκάρυα κτλ. η χρήματα.

Εν Σουρμένοις και Τραπεζούντι κατά την νύκτα των Χριστουγέννων ο οίκογενειάρχης έχυνε σταυροειδώς κρασί εις την εστίαν, εις την οποίαν ετοποθέτει σταυροειδώς φύλλα καρυδιάς. Άλλα φύλλα έπαιρναν τα μέλη της οικογενείας, τα έβρεχον και τα έρριπτον εις το πυρ της εστίας διά να ίδουν αν τα ηγάπα το άτομον, του οποίου το όνομα επρόφερον κατά το πέταγμα των φύλλων.

Έλεγαν δηλ.: “Ας τερώ αν αγαπά με ο κύρι μ’ (να ιδώ αν μ᾽ αγαπά ο πατέρας μου).

Αν τα ριπτόμενα επί της πυράς φύλλα ανεφλέγοντο αμέσως και επηδούσαν, τούτο ήτο σημείον ότι τον αγαπά ο πατέρας του, αν δε εκαίοντο χωρίς φλόγα, τούτο εσήμαινεν ότι δεν τον αγαπά.

Χριστουγεννιάτικο δένδρο στο Κολλέγιο Σαμψούντας. "Καλά Χριστούγεννα 1912!"
Χριστουγεννιάτικο δένδρο στο Κολλέγιο Σαμψούντας. “Καλά Χριστούγεννα 1912!”

Την νύκτα εκείνην τα πρόβατα εχόρευον. Τα δένδρα προσέκλινον και προσεκύνουν την γην. Εις τους ουρανούς ηνοίγετο μία ωραία φωτεινή πύλη και την στιγμήν εκείνην ο ευτυχής, όστις θα έβλεπεν ανοικτήν την πύλην αυτήν ηδύνατο να ζητήση οιανδήποτε ευχήν (έναν μουράτ) πριν κλείση η πύλη. και η ευχή εκείνη πάντοτε εισηκούετο και εξεπληρούτο. Πολλαί γυναίκες εβεβαίωναν ότι είδαν ανοιγομένας τας πύλας του ουρανού και η
μόνη ευχή την οποίαν συνήθως έκαμνον ήτο «σωτηρίαν! παράδεισον!»

‘Επίσης την νύκτά αυτήν «εποίναν τη Μώμοέρτς» (έκαναν, παράστεναν τους μωμογέρους).

Μερικοί δηλ. νέοι μετημφιεσμένοι συνήθως με γούνας, δέρματα προβάτων η αιγών, με κουδούνια και προσωπίδας περιήρχοντο τας οικίας, παριστάνοντες με διαφόρους μιμικάς κινήσεις και εις τουρκικήν γλώσσαν ένα δράμα.

Εις τους μωμογέρους εδίδοντο χρήματα η τραγήματα: τσίργα, απίδια, καρύδια, χουρμάδες κλπ.

Αι επισκέψεις εγίνοντο την ημέραν των Χριστουγέννων. Προσεφέροντο δε κατ᾽ αυτάς ρακί με μεζέδες, συνήθως δε το απόγευμα εχόρευον επί των δωμάτων, όπου συνεκεντρούντο όλοι οι χωρικοί, εν συνοδεία της λύρας.

Πρώτη του έτους (Κάλαντα)

Την παραμονήν του νέου έτους κατά το εσπέρας τα παιδία περιερχόμενα τας οικίας όπως και κατά τα Χριστούγεννα έψαλλαν τα «Κάλαντα».

Το σύνηθες άσμα που εψάλλετο ήτο το: «Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρείαν» με τον ίδιον σκοπόν του «Καλήν εσπέραν». Εις παλαιοτέρους καιρούς (προ εξηκονταετίας και πλέον), εψάλλετο το εξής άσμα:

‘Αρχή Κάλαντα! κι’ αρχή του χρόνου!
Πάντα Κάλαντα! πάντα του χρόνου !
‘Αρχή μήλον εν᾽, αρχή κυδών᾽ εν᾽
αρχή μούσκον εν᾽ το μυρ σμένον.
‘Εμυρίστεν ατ᾽ ο κόσμος ούλον,
ο κόσμος ούλον κι᾽ ο βασιλέας
για μυρίστι᾽ ατο και συ αφέντη.
Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν
χα τσιρόπα, χα μηλόπο
χα ξερά κοχκυμελόπα.

Το ποίημα όπως και το των Χριστουγέννών είναι ελλιπές.

Τα παιδία εκράτουν εις τας χείρας των ανά εν μήλο η πορτοκάλλι, επί του οποίου οι άνδρες εκάρφωναν νόμισμά τι. Προσφέροντα το μήλον προσεφώνουν:

«Κάλαντα και καλός καιρός! τα πάνια και του χρόνου!» (το καλός καιρός επροφέρετο συνήθως καλός κηρος) Δηλ. «Κάλαντα ! και καλόν έτος ! σας ευχόμεθα τα πάντα και του χρόνου!»

Τα κορίτσια εντρεπόμενα να περιφέρωνται με μήλα η πορτοκάλλια εις τας χείρας περιωρίζοντο να μεταβαίνωσι μόνον εις τας συγγενικάς οικίας και αφού έδενον το μήλον από μακράν κλωστήν το κατέβαζαν από τον φεγγίτην (το μεσορδάν᾽) αφού δε εκαρφώνετο το νόμισμα το ανέσυρον πάλιν.

Την παραμονήν εσπέρας έκοπτον την βασιλόπητταν, εντός της οποίας εκρύπτετο πάντοτε ένα νόμισμα διά τον τυχηρόν. Την πήτταν έκοπτεν ο αρχηγός της οικογενείας, το δε πρώτον τεμάχιον προωρίζετο διά την εικόνα (και απετίθετο εις το εικονοστάσιον), το δεύτερον (εις μερικά μέρη) διά το μαχαίρι, η συμβολικώς διά τον πτωχόν, κατόπιν δε τα λοιπά τεμάχια διά τα μέλη της οικογενείας κατά ιεραρχικήν τάξιν.

Οικογένεια Ποντιών.
Οικογένεια Ποντιών.

Την τράπεζαν έστηνεν (εγούρευεν το τραπέζ᾽) η νύμφη (αν υπήρχε) η η μεγαλειτέρα κόρη, εφιλοδωρείτο δε διά τούτο υπό του οικογενειάρχου.

Την νύκτα ετοίμαζαν τράπεζαν με σπόρους διαφόρους εντός πιάτων, η οποία παρέμενεν ούτως εστολισμένη μέχρι της πρωίας της επομένης.

Τα μεσάνυχτα μετέβαινον να κολαντάζνε τα πεγαδ (να πούνε κάλαντα της βρύσης να της προσφέρουν δώρα).

Προσέφερον δε τραγήματα: σταφίδας, σιτάρι, μπλιγούρι, καρπούς κλπ. τα οποία εναπέθετον παρά τον σωλήνα της βρύσης.

Βρύση στον Πόντο.
Βρύση στον Πόντο.

Κατά την μετάβασιν αυτήν όσοι ήσαν καλοί (αγαθοί) εύρισκον την βρύση κοιμισμένην (τα νερά εκοιμούντον), δηλ. σταματημένην. την στιγμήν δε εκείνην ημπορούσαν να ζητήσουν μουράτ᾽, μιαν ευχην η οποία εισηκούετο.

Εις Σούρμενα κάθε οικογένεια άφινεν ένα παιδάκι να πλαγιάση εις σύγγενικήν οικίαν και προς τα εξημερώματα το παιδί προσήρχετο εις την πατρικήν οικίαν και εκαλάντιζε; έχυνε δηλ σπόρους προ της θύρας (ιδίως καλαμπόκι), ενώ εφώναζε:

Κάλαντα! Κάλαντα! Καλώς τον Καλαντάρ! ‘Αγούρια παιδία, θελκά μουσκάρια!

Δηλαδή:

Κάλαντα! καλώς τον ‘Ιανουάριον! Εύχομαι διά την οικογένειαν αυτήν αγόρια παιδιά και θηλυκά μοσχάρια.

“Εις το παιδί εδίδοντο δώρα.

Οι χαιρετισμοί κατά την ημέραν του νέου έτους ήσαν: «Κάλαντα! και καλός καιρός!», «Τα πάντα και του χρόνου!» αλλαχού δε «καλημέρα, καλή χρονιά».

Την νύκτα του νέου έτους τα πρόβατα εχόρευαν, όπως δε και κατά τα Χριστούγεννα οι αγαθοί έβλεπον τας πύλας του ουρανού ανοικτάς και εζητούσαν «μουράτ’». Εκείνην την νύκτα αν εκάθητο κανείς πλησίον της εστίας και παρετήρει συνεχώς τα αναμμένα κάρβουνα μέχρι πρωίας, αυτά μετετρέποντο εις λίρας.

Ο οικογενειάρχης έχυνεν άμμον λεπτήν μέσα στο πορτοφόλι του σημείον αφθονίας.

Την νύκτα του νέου έτους εποίναν τη Μωμογέρις» όπως και την παραμονήν των Χριστουγέννων.

Φώτα

Την νύκτα των Φώτων άναβαν εις το τραπέζι και εις διάφορα μέρη της οικίας πολλά φώτα, πέριξ δε της τραπέζης η εις την εστίαν ανά μίαν λαμπάδα δι’ έκαστον νεκρόν της οικογενείας.

Εκείνην την βραδυάν η τράπεζα με τα πιάτα και τα υπολείμματα των φαγητών δεν μετεκινούντο, αλλά παρέμενε «το τραπέζ᾽ γουρεμένον θα έρται η Φωτεινή σκων᾽ ατο». δηλ μόνον την επομένην ημέραν των Φώτων εσηκώνετο η τράπεζα. Η τράπεζά γεμάτη ούτω από τρόφιμα ήτο το σύμβολον τη διαρκούς αφθονίας.

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης στην Τραπεζούντα.
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης στην Τραπεζούντα.

Τα Φώτα περί τον Μέγαν Αγιασμόν εγίνετο αγών ολόκληρος ποίος να βουτήση πρώτος τον μαστραπά του (χάλκινον ποτήρι) εις το μεγάλον δοχείον όπου εγίνετο ο αγιασμός και να αντλήση νερό. Παρ᾽ όλας τας προσπαθείας των Επιτρόπων του Ναού το έθιμον εξηκολούθει και ενίοτε εκ του μεγάλου συνωστισμού εγίνοντο δυστυχήματα.

Με τον “Αγιασμον που έπαιρναν ερράντιζον όλα τα δωμάτια της οικίας. τον σταύλον, τα ζώα, τον αχυρώνα και κατόπιν παρ’ όλοι το παχύ στρώμα της χιόνος, περιερχόμενοι εις τα χοραφία, εράντιζαν και αυτά.

Ολίγον αγιασμόν εντός φιάλης ερμητικώς κλεισμένης εφύλαττον καθ᾽ όλον το έτος.

ΑρχικήΠόντοςΤο Δωδεκαήμερο των Ποντίων στη Μεσοχαλδία